αγαθοεργία

αγαθοεργία
Αν και στην πράξη συχνά συγχέεται με την έννοια της κοινωνικής αντίληψης, o όρος προσδιορίζει ακριβώς την κάθε μορφής βοήθεια, που αποβλέπει να ανακουφίσει τους φτωχούς και τους απόρους από τις δυσκολίες τους, προϋποθέτει δε γενικά την ιδιωτική πρωτοβουλία είτε μεμονωμένων ατόμων, είτε θρησκευτικών οργανισμών. Το πρόβλημα της α. προέκυψε στα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού, όταν καταργήθηκε η κοινοκτημοσύνη και οι πλούσιοι κλήθηκαν να διαθέσουν το περίσσευμα των αγαθών τους για τις ανάγκες της συντήρησης των φτωχών. Υπό την έννοια αυτή η α., ανταποκρινόμενη κατά κύριο λόγο στις υλικές ανάγκες, αποτελεί τη συγκεκριμένη πραγματοποίηση της ευαγγελικής εντολής «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μάρκος, ιβ’ 31), θεωρητικά όμως είναι το αποτέλεσμα της εντολής της αγάπης. Αργότερα, με την εδραίωση του χριστιανισμού ως θρησκείας του κράτους, οι εκδηλώσεις της α. πολλαπλασιάστηκαν και πήραν διάφορες μορφές, ενώ τη διοργάνωση και διεξαγωγή της ανέλαβε επίσημα πλέον η εκκλησία. Πλουσιότατες δωρεές σε χρήμα και σε ακίνητα διευκόλυναν την εκκλησία να οργανώσει ιδρύματα αγάπης. Γνωστή παραμένει στην ιστορία η ίδρυση της Βασιλειάδας, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, που είχε πάρει το όνομά της από τον ιδρυτή της άγιο Βασίλειο τον Μέγα, και είχε διατεθεί στην κάθε μορφής περίθαλψη των φτωχών και των ασθενών, διακονούνταν δε από τα μοναχικά τάγματα. Αλλά και στη Δύση είναι γνωστή η διάταξη (5ος αι.) σύμφωνα με την οποία οι επίσκοποι μεταβίβαζαν το τέταρτο των εισοδημάτων τους στους φτωχούς και μεριμνούσαν να ιδρύονται ξενώνες για τους προσκυνητές. Τον Μεσαίωνα, η διοργάνωση της α. αλλάζει μορφή: ένα μέρος από τα καθήκοντα που είχαν έως τότε αποκλειστικά οι κληρικοί αρχίζει να ανατίθεται σε αδελφότητες, εταιρείες λαϊκών, που τις διηύθυναν και τις έλεγχαν εκκλησιαστικοί παράγοντες. Οι αδελφότητες αυτές διηύθυναν κυρίως τα νοσοκομεία. Τα αγαθοεργά ιδρύματα, αντίθετα, που ήταν προσαρτημένα στις μοναστικές αδελφότητες, εξακολουθούσαν να τα εποπτεύουν και να τα διοικούν τα μοναστήρια· τα ιδρύματα αυτά είχαν ως κύρια ασχολία να διανέμουν ελεημοσύνες και να περιθάλπουν οδοιπόρους. Μετά τα μέσα του 15ου αι. η αγαθοεργός δραστηριότητα της εκκλησίας μπαίνει σε περίοδο βαθιάς κρίσης, που έχει τις ρίζες της στην ακαταστασία και την αλλοίωση που παρατηρείται στην πρακτική εφαρμογή της α. Το γεγονός oδηγεί, τον επόμενο αιώνα, σε μεταρρύθμιση της διοργάνωσης της εκκλησιαστικής α.: οι λαϊκοί αρχίζουν να αντικαθιστούν τους κληρικούς. Η μεταρρύθμιση αυτή ήταν ριζική στη Γαλλία, όπου η βασιλική εξουσία ήταν σε θέση να δράσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στην περιοχή της εκκλησίας. Διοργανώθηκαν πάλι τα ενεχυροδανειστήρια που είχαν ιδρυθεί τον 14ο αι. και, εκτός από τα ιδρύματα του Μεσαίωνα, δημιουργήθηκαν άσυλα για ορφανά και έκθετα παιδιά και έγιναν έργα πρόνοιας για φυλακισμένους. Τα νέα μοναχικά τάγματα (θεατίνοι, βαρναβίτες, ιησουίτες, σομάσκοι, νοσοκόμοι του Αγίου Καμίλλου της Λιλ, συντροφιά της Θείας Αγάπης) επιδόθηκαν με νέο ζήλο στην α. και διοργάνωσαν ακόμα και λαϊκές εταιρείες, όπως η γνωστή με το όνομα του αγίου Βικεντίου ντε Πολ. H μεταρρύθμιση της εκκλησιαστικής α. συνεχίστηκε έως τα μέσα του 17ου αι.: δημιουργήθηκαν ιδρύματα για τυφλούς και κωφάλαλους και νοσοκομεία για την περισυλλογή των αρρώστων από τους δρόμους και την καταπολέμηση της επαιτείας. Συγχρόνως άρχισε να γίνεται αποτελεσματικότερη και η κρατική μέριμνα, κυρίως στις Κάτω Χώρες όπου, εξαιτίας της Μεταρρύθμισης, διαλύθηκαν τα μοναχικά τάγματα. Στην Αγγλία η νομοθεσία των φτωχών (Poor Law)του 1601 ανέθετε στις ενορίες το καθήκον να συνδράμουν τους φτωχούς και προνοούσε να ιδρυθούν εργαστήρια (workhouses)που θα τους προετοίμαζαν και θα τους προγύμναζαν για την εργασία. Στο τέλος του 17ου αι. ο Διαφωτισμός έθεσε οριστικά υπό συζήτηση το θέμα της φύσης της α., αν δηλαδή είναι προαιρετική και ιδιωτική, με αποτέλεσμα να αντιστραφεί η αντίληψη που επικρατούσε έως τότε: για τους θεωρητικούς του Διαφωτισμού, που τοποθετούσαν σε νέες ορθολογιστικές βάσεις τις ανθρώπινες σχέσεις, η α. ήταν καθήκον που το επέβαλε στους ανθρώπους η ίδια η λογική. Επιπλέον, ήταν κατακτημένο δικαίωμα του ατόμου το να ευεργετείται από τους άλλους όταν βρισκόταν σε πραγματική ανάγκη. H θεωρητική αυτή εξέλιξη της αντίληψης περί α. οδηγεί, την εποχή της Γαλλικής επανάστασης, σε άλλες αλλαγές: η οργάνωση της α. και οι εκδηλώσεις της μεταβάλλονται ριζικά. Η Συνέλευση του 1793 κατάργησε την ιδιωτική ελεημοσύνη, συγκέντρωσε όλες τις προσόδους για αγαθοεργούς σκοπούς, ανέθεσε τη διαχείρισή τους σε κρατικούς υπαλλήλους και διέταξε να εκποιηθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των νοσοκομείων. Το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι έθεσε τέρμα στην πραγματική ιστορία της α. Από τότε την αντικαθιστά η κοινωνική πρόνοια, η οποία στηρίζεται στην ευθύνη που έχει το κράτος για τους πολίτες και στα δικαιώματα των φτωχών, και πραγματοποιείται είτε από το ίδιο το κράτος είτε από ιδιώτες ή οργανισμούς, με τον έλεγχο όμως του κράτους. Ο Μέγας Βασίλειος (ψηφιδωτό του 12ου αι.), το ίδρυμα του οποίου, με την ονομασία «Βασιλειάς», έχει παραμείνει στην ιστορία της εκκλησιαστικής αγαθοεργίας (Capella Palatina, Παλέρμο). Το παλιό κτίριο του ορφανοτροφείου «Αμαλίειον», ενός από τα παλαιότερα αγαθοεργά ιδρύματα στη χώρα μας, που κατασκευάστηκε το 1857 από τον αρχιτέκτονα Δημ. Ζέζο και κατεδαφίστηκε το 1957. Πίνακας του Ιταλού ζωγράφου Τιέπολο που εικονίζει τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του σε αγαθοεργίες.
* * *
η (Α ἀγαθοεργία και ἀγαθουργία) [αγαθοεργός]
ευεργεσία, ευποιία, η δημόσια ή ιδιωτική άσκηση τής φιλανθρωπίας
αρχ.
καλή, γενναία πράξη, ανδραγάθημα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἀγαθοεργία — ἀγαθοεργίᾱ , ἀγαθοεργία good deed fem nom/voc/acc dual ἀγαθοεργίᾱ , ἀγαθοεργία good deed fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθοεργίᾳ — ἀγαθοεργίαι , ἀγαθοεργία good deed fem nom/voc pl ἀγαθοεργίᾱͅ , ἀγαθοεργία good deed fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγαθοεργία — η ευεργετική πράξη: Είχε κάνει στον τόπο του ένα σωρό αγαθοεργίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγαθοεργίας — ἀγαθοεργίᾱς , ἀγαθοεργία good deed fem acc pl ἀγαθοεργίᾱς , ἀγαθοεργία good deed fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθοεργίαι — ἀγαθοεργία good deed fem nom/voc pl ἀγαθοεργίᾱͅ , ἀγαθοεργία good deed fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθοεργίαν — ἀγαθοεργίᾱν , ἀγαθοεργία good deed fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθουργίαι — ἀγαθοεργία good deed fem nom/voc pl ἀγαθουργίᾱͅ , ἀγαθοεργία good deed fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθοεργιῶν — ἀγαθοεργία good deed fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθοεργίαις — ἀγαθοεργία good deed fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθουργίαις — ἀγαθοεργία good deed fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”